Γραμμουστιανιώτισσα

Γραμμουστιανιώτισσα

Λεπτομέρειες
Χρονική Διάρκεια: 
05:31
Τύπος: 
Τεκμήριο Δισκογραφίας
Φυσική Περιγραφή: 
CD Ακτινόδισκος
Πηγή Αρχείου: 
Αρχείο Συλλόγου Βλάχων Βέροιας
Θέση Τεκμηρίου: 
Δισκοθήκη Συλλόγου Βλάχων Βέροιας
Σειρά Εμφάνισης στην Συλλογή: 
1
Γεωγραφική Ζώνη: 
ΕΛΛΑΔΑ (GR)
ΔΥΤΙΚΗ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (WEST MAC)
ΚΟΖΑΝΗ (KZN)
Συντελεστές: 

Δημήτρης Παράσχος, Θάνος Ρούμπος, Κώστας Παπαδημητρίου, Πέτρος Πιπιλιάρης, Αντώνης Παπαδόπουλος

Επιπλέον Πληροφορίες

Τραγούδια από τα Νάματα (Πιπιλίστα) Νόμου Κοζάνης, τα οποία ενορχηστρώθηκαν και αποδόθηκαν με τη συνοδεία μουσικών οργάνων από το Δημήτρη Παράσχο και τους συνεργάτες του. Τα τραγούδια έχουν ηχογραφηθεί από κατοίκους των Ναμάτων που γεννήθηκαν από το 1915 έως το 1930. Οι ηχογραφήσεις πραγματοποιήθηκαν από το 1994 έως το 2000.

 

 

Ακολουθεί μουσικοί ανάλυση του ερευνητή Δημήτρη Παράσχου:

 

Η μουσική και ο χορός στα χωριά του ορεινού όγκου Μουρικίου – Σινιάτσικου από το 1920 έως σήμερα

 

Τοποθετώ την αφετηρία της σημερινής αναφοράς στη μουσική παράδοση της περιοχής στο 1920 για το απλούστατο γεγονός ότι οι παλαιότερες μαρτυρίες που υπάρχουν (μιλάω πάντα σε προσωπικό επίπεδο έρευνας) προέρχονται από ανθρώπους που γεννήθηκαν περίπου από το 1900 έως το 1910. Επομένως, όταν αυτοί άρχισαν να αντιλαμβάνονται μουσικά τον χώρο, σε μία ηλικία 15-20 ετών φτάνουμε στο 1920 περίπου.

Πριν αναφερθώ εκτενώς στο θέμα μας, θα ήθελα εκ προοιμίου, να σημειώσω τη σημασιολογία της λέξης παράδοση, όπως προσωπικά την αντιλαμβάνομαι. Εκτιμώ ότι η παράδοση, δεν είναι κάτι το στατικό ή κάτι το οποίο δεν αλλάζει ποτέ στον χρόνο. Ουσιαστικά είναι αυτό που παραδίδεται από τη μία γενιά στην άλλη, το οποίο όμως υπό διάφορες συνθήκες (ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές κ.ά.), προσαρμόζεται σε νέα κάθε φορά βάση και πολλά στοιχεία  χάνονται οριστικά.

Εξετάζοντας, λοιπόν, αυτό που λέμε μουσική παράδοση του Μουρικίου – Σινιάτσικου πρέπει να καταλάβουμε ότι ο χώρος για τον οποίο μιλάμε σήμερα, δηλαδή τα χωριά είναι ίδια, αλλά δεν είναι ίδια ο χρόνος και οι άνθρωποι.

Για να κατανοήσουμε το πόση αξία είχε αυτό που ονομάζουμε παραδοσιακή μουσική για τους κατοίκους της περιοχής, ενδεικτικά διαβάζω ένα απόσπασμα κειμένου του Ιωάννη Βασιλείου Στρέμπα, με καταγωγή από την Εράτυρα, που ήταν  δάσκαλος του δημοτικού σχολείου στα Ναμάτα το 1952.Φέρει τον τίτλο «Μονογραφία του χωρίου Ναμάτων» και αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής:

Το θέατρο γι’ αυτούς δεν έχει καμία αξία. Εκείνο όμως που ευχαριστεί, ανακουφίζει και διασκεδάζει είναι η λαϊκή μουσική. Την πρώτη θέσιν κατέχει το λαϊκώτατο όργανο, το κλαρίνο, ακολουθεί το βιολί, η κορνέτα, το τύμπανο με το τζάλ διά τον χρόνον. Τραγουδούν κυρίως διάφορα δημοτικά τραγούδια και μάλιστα εκείνα που έχουν σχέσιν με την βουκολικήν ζωή τους, με τις αγάπες, τις συνήθειες του γάμου, την ιστορίαν διαφόρων καπεταναίων. Γιορτάζουν τις ονομαστικές γιορτές των αρρένων, τις Πασχαλινές και τις Χριστουγεννιάτικες γιορτές και δύο πανηγύρια.

 

Μέχρι το 1913,η περιοχή υπαγόταν στον ευρύτερο οθωμανικό χώρο και ανήκε στο βιλαέτι των Βιτωλίων). Σταθμός στη μουσική αλλαγή στον χώρο αυτό υπήρξε το έτος 1831, όταν στην Κωνσταντινούπολη ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄ προσάρμοσε στα ευρωπαϊκά πρότυπα τις παλιότερες μπάντες στις οποίες επικρατούσαν κατά βάση οι ζουρνάδες, προσλαμβάνοντας ως διευθυντή τον αδελφό του Ιταλού συνθέτη Gaetano Donizetti Giusepe. Ήδη από το 1826 που αναδιοργανώθηκε o οθωμανικός στρατός, διαλύθηκαν τα μετερανέ, δηλαδή οι συγκροτημένες σύμφωνα με τα ασιατικά πρότυπα μπάντες, και αντικαταστάθηκαν από μπάντες ευρωπαϊκών οργάνων.

Στο περιοδικό «Τα χνάρια» του συλλόγου Ερατυραϊκός (τεύχος 2, 1980) ο συντάκτης, Βασίλης Στρέμπας, μας δίνει μια πολύ παλιά μαρτυρία για τα λαϊκά όργανα στην Εράτυρα όπου γύρω στα 1800 η οικογένεια Οικονόμου έφερνε κάθε εβδομάδα όργανα απ΄έξω (ζουρνάδες, νταούλι) για να γλεντήσουν. Ο Ιωάννης Φωτόπουλος γεννημένος περίπου στο 1860 στο βιβλίο «Ιστορίες της Σελίτσης» αναφέρει για τα παιδικά του χρόνια ότι την Πρωτοχρονιά «έφερον μουσικούς από την Κοζάνη τον ξακουστόν Κωτούλαν με τη σούρλαν και το ταϊφά του, με άλλην σούρλαν και δύο όργανα (νταούλια), ελάμβανον δε βοηθόν εν Σελίτση και έναν εγχώριον με το κλαρνέτο…».

 

Τη χρήση ζουρνάδων την Πρωτοχρονιά τη διαπιστώνουμε μέχρι και σήμερα στο Εμπόριο αλλά και την Κλεισούρα,στα περίφημα Αργκουτσιάρια. Παλιές φωτογραφίες της Βλάστης φανερώνουν και εκεί  την παλαιότερη ύπαρξη ζουρνάδων ενώ μέχρι τις μέρες μας ,στο Μπλάτσι τα Χριστούγεννα γλεντάν και με γκάιντα. Υπάρχει ηχογραφημένη μαρτυρία του εκ μήτρος παππού μου Στέργιου Γκάνα (γεν. 1907) ότι μέχρι το 1930 τις μέρες του Δωδεκαημέρου στα Νάματα γλεντούσαν με ζουρνάδες από την Νεάπολη (Λιαψίστι).Ο Δημήτρης Χαστάς γεννημένος το 1953 στο Γέρμα(Λοσνίτσα) μας πληροφορεί ότι θυμάται από τα παιδικά του χρόνια, τη χρήση ζουρνάδων και γκάιντας από το Μηλοχώρι (Λάγκα),σε γάμους και γλέντια. Ενθυμήσεις για ζουρνάδες υπάρχουν και στο γειτονικό χωριό της Κλεισούρας, το Βαρικό (Μόκρενα) αλλά και στην Αναρράχη (Ντέμπρη),οι οποίοι φέραν και το επίθετο Λιψίστας(πιθανή προέλευση από την Λιαψίστα).

Σταδιακά σε όλα τα μεγάλα αστικά κέντρα του οθωμανικού χώρου δημιουργούνται μπάντες με χάλκινα πνευστά. Πρώιμα αστικά κέντρα όπως η Σιάτιστα, η Εράτυρα, το Μπλάτσι, η Κλεισούρα και το Άργος Ορεστικό, προσάρμοσαν τα τοπικά τους παλαιότερα ρεπερτόρια σε πιο μοντέρνες για την εποχή μουσικές εκφράσεις, αντικαθιστώντας τα παλιά όργανα, όπως οι ζουρνάδες, οι φλογέρες και οι γκάιντες με το κλαρίνο, το βιολί και την κορνέτα. Χωρίς υπερβολή, η σύνθεση των κομπανιών στην περιοχή και ευρύτερα στην Ανασελίτσα είναι από τις πιο μεγάλες αριθμητικά στον ελληνικό χώρο.

Η Σιάτιστα, η Βλάστη η Εράτυρα και η Κλεισούρα, από πολύ νωρίς αστικοποιήθηκαν αφού σημαντικό μέρος των κατοίκων τους μετανάστευσε για οικονομικές δραστηριότητες κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και τη Ρουμανία (τότε Μολδαβία και Βλαχία) αλλά και στον χώρο της Αυστροουγγαρίας. Ήταν φυσικό επακόλουθο ΄τα πιο παλιά μουσικά ρεπερτόρια να δεχθούν σημαντικές επιρροές από αυτούς τους μετανάστες,οι οποίοι φέρναννέα ακούσματα στις γενέτειρες πατρίδες τους.

Έτσι, οι μπάντες, οι οποίες εξελίχθηκαν με τον τρόπο αυτό «επέβαλαν» νέα ρεπερτόρια στους τοπικούς πληθυσμούς. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Νυφιάτικος σκοπός, ο οποίος είναι διαφορετικός στην περιοχή που εξετάζουμε, από το δυτικό Βόιο. Από την Καστοριά, τη Χρούπιστα και την Κλεισούρα μέχρι τη Σιάτιστα, έχουμε τη γνωστή μελωδία «Μικρό μου Καστελόριζο» και πολλές άλλες μελωδίες του γάμου, που έλκουν την καταγωγή τους από την Μικρά Ασία. Η μουσική, δηλαδή, υπερτερούσε τόσο των τραγουδιών όσο και της καταγωγής των κατοίκων της περιοχής. Στο Εμπόριο ,καθοριστικό ρόλο έπαιξε σύμφωνα με τους γνωστούς παλιούς μουσικούς της περιοχής,Γιώργο Γιούμπαρα και Κώστα Μπούκο, η διδασκαλία μουσικής περίπου στα 1900 από τον βούλγαρο βιολιστή Μπόκα γεγονός που οδήγησε τις μετέπειτα κομπανίες σε ένα πολύ ιδιαίτερο μουσικό ηχόχρωμα και μοντέρνο για την τότε εποχή ρεπερτόριο με πλούσιο ευρωπαϊκό πρόγραμμα.

Μπορούμε να κατανέμουμε τον πληθυσμό τη περιοχής σε τρεις διακριτές ομάδες, βάσει του τρόπου διαβίωσής τους. Η πρώτη που αναφέραμε πρωτύτερα αφορά πληθυσμό που διαβιούσε μακριά από τον τόπο καταγωγής του, η δεύτερη τον εδραίο πληθυσμό των χωριών οι οποίοι είχαν περισσότερο γεωργοκτηνοτροφικό προσανατολισμό και μια τρίτη ομάδα περίπου 300 μεγάλων οικογενειών, αποτελούμενη από ημινομάδες κτηνοτρόφους (από τα βλαχοχώρια Βλάστη, Νάματα και Κλεισούρα).

  Ο διαφορετικός τρόπος ζωής αυτών των διακριτών ομάδων μέχρι περίπου το 1930 είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχθεί και μία διαφορετικότητα στη μουσική τους έκφραση. Είναι απόλυτα λογικό ότι το κομμάτι των εδραίων κατοίκων να είχε πολύ πιο πολλές διαφορετικές  επιρροές τόσο από τις μουσικές μπάντες  των γύρω χωριών όσο και από τους ξενιτεμένους οι οποίοι έφερναν διαφορετικά μουσικά ακούσματα από τους τόπους στους οποίους ζούσαν ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Πολλοί μάλιστα δεν επέστρεψαν ποτέ.

Οι κωμοπόλεις της εποχής, η Κλεισούρα, το Εμπόριο, η Εράτυρα, η Βλάστη και η Σιάτιστα διέθεταν δικούς τους μουσικούς οι οποίοι εξυπηρετούσαν όλες τις κοινωνικές περιστάσεις.

Σε χωριά όπου υπήρχε απουσία τοπικών οργανοπαικτών ο πληθυσμός είχε αναπτύξει ένα ευρύ ρεπερτόριο τραγουδιών, το οποίο προσαρμοζόταν στην κάθε περίπτωση (γιορτές, αρραβώνες, γάμους, γλέντια, κηδείες και άλλα) με αποτέλεσμα να θεωρείται και κοινωνικό προσόν γι’ αυτόν που ήξερε πολλά τραγούδια ή ήξερε να τραγουδάει και να χορεύει καλά.

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και επίτιμος καθηγητής του Λαογραφικού αρχείου και της Εθνικής Μουσικής Συλλογής της Ακαδημίας Αθηνών Γεώργιος Μέγας, το 1963 αναφερόμενος στη Σιάτιστα τονίζει ότι οι γάμοι τους διαρκούσαν ολόκληρη εβδομάδα και οι διασκεδάσεις των μεγάλων γιορτών έδιναν στους μουσικούς αρκετή απασχόληση. Κάνει αναφορά σε μεικτές κομπανίες με κλαρίνο, βιολί, λαούτο, κορνέτα και νταϊρέ. Επίσης, μας δίνει πληροφορίες για τις «φίρμες» της εποχής κάνοντας ιδιαίτερη μνεία στον Παναγιώτη Ντούντα από την Εράτυρα αλλά και στους Κώστα Γκαντίνη και Ζήση Τζούτζο.

Ο Κώστας Γκαντίνης έφυγε νωρίς στην Αμερική, όπου διέπρεψε ως μουσικός, καταγράφοντας εξαιρετικό έργο.

Στα Νάματα, τη Βλάστη και την Κλεισούρα,  η έντονη διαφοροποίηση των εδραίων κατοίκων και των ημινομάδων κτηνοτρόφων οφειλόταν αποκλειστικά και μόνο στη διαφορά των επαγγελμάτων που ασκούσε η καθεμιά. Οι νομαδοκτηνοτροφικές οικογένειες διατηρούσαν ένα ιδιαίτερα “σκληροπυρηνικό” σύστημα διοίκησης με επικεφαλής τον “μεγαλοτσέλνικα”, τον κύριο δηλαδή διαχειριστή της ομάδας που διοικούσε (φαλκάρι). Η εκάστοτε επαγγελματική ενασχόληση των εδραίων κατοίκων (μικρογεωργοί, μικροκτηνοτρόφοι, ράφτες, οπλοποιοί, σαμαράδες, κ.λπ.) αποτέλεσε την αιτία, ώστε οι συνήθειές τους να διαφοροποιηθούν από τις αντίστοιχες των νομαδοκτηνοτρόφων. Σημαντικές διαφορές παρατηρούνταν στη διαβίωσή τους, στο μορφωτικό επίπεδο, συνεπώς και στη μουσική τους έκφραση.

Οι πολυμελείς διευρυμένες οικογένειες, τα φαλκάρια των νομαδοκτηνοτρόφων, είχαν ένα πιο κλειστό, πιο σκληρό θα λέγαμε, σύστημα διαχείρισης, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα και η μουσική έκφραση να έχει έναν πιο αρχέγονο προσανατολισμό, κατάλοιπα της οποίας διατηρούνται μέχρι τις μέρες μας. Αξιοσημείωτο είναι ότι αρκετά τραγούδια με το ίδιο περιεχόμενο, εκτελούνταν διαφορετικά από τις δυο αυτές ομάδες.

Ο γνωστός σε όλους μας Τρανός Χορός, που είναι ο πιο εμβληματικός της μουσικής παράδοσης Ναμάτων, της Βλάστης και της Κλεισούρας, αρχικά επιτελείτο μόνο από τους νομαδοκτηνοτρόφους και ήταν παρόμοιος με αυτόν της Σαμαρίνας, της Αβδέλλας και της Σμίξης. Διατηρείται μέχρι τις μέρες μας σε πείσμα της ολικής ισοπέδωσης, αν και όπως είναι λογικό, στο πέρασμα των χρόνων αλλά σταδιακά έχει υποστεί μεταβολές στη δομική του μορφή όσο και στον τρόπο εκτέλεσης των τραγουδιών.

Στη Σιάτιστα, στην  Εράτυρα αλλά και στη Γαλατινή(Κοντσκό) συναντάμε τον Τρανό Χορό που χορεύεται έξω από την Εκκλησία μετά την γαμήλια τελετή, αλλά είναι διαφορετικής μορφής από τον προηγούμενο αφού εδώ έχουμε συμμετοχή μουσικών οργάνων.

Από το 1930 και μετά είναι σαφής και η επιρροή του γραμμοφώνου και αργότερα του ραδιοφώνου, τα οποία επηρέασαν πολύ το ρεπερτόριο των μουσικών της περιοχής (μερικά απτά παραδείγματα είναι τα τραγούδια «Ένας αητός», «Τα νιάτα», «Βασιλικός θα γίνω», «Ο γιατρός», «ο καλαματιανός» και πολλά άλλα).

Σταδιακά οι ορχήστρες καθιέρωσαν και το ευρωπαϊκό ρεπερτόριο με τανγκό βαλς κ.λ.π. Αυτό φυσικά ξεκίνησε πρώτα από τις κοινωνίες που είχαν μεγάλο αριθμό μεταναστών και τελευταία στα χωριά με πιο γεωργοκτηνοτροφικό χαρακτήρα όπως για παράδειγμα στον Γέρμα που όπως μας πληροφορεί ο Χαστάς Δημήτρης τα ευρωπαϊκά μπήκαν στο ρεπερτόριο μετά το 1962 από τους μετανάστες στη Γερμανία. 

Όσο περνάνε τα χρόνια και φεύγουν οι γενιές που γαλουχήθηκαν σε μια διαφορετική, πιο κλειστή κοινωνία, αλλάζει και ο τρόπος μουσικής έκφρασης. Όσοι είναι κοντά στην ηλικία μου και φυσικά οι μεγαλύτεροι από μένα, πρόλαβαν πιο «αποστειρωμένα» γλέντια, δηλαδή γλέντια με προκαθορισμένο ρεπερτόριο και αυστηρή δομή στον τρόπο και στη σειρά διασκέδασης. Ο καθένας έπρεπε να χορέψει έναν χορό μπροστά. Όταν μας ρωτούσαν παλιότερα: «Χόρεψες;», εννοούσαν μπροστά. Το κέρασμα (δώρισμα) στα όργανα θεωρούνταν δεδομένο, όταν κάποιος χόρευε πρώτος ή όταν χόρευε ένα συγγενικό πρόσωπο ή μια νύφη. Παρότι αυτό εκ πρώτης όψεως φαντάζει ίσως ως επίδειξη, εν τούτοις, αν το δούμε πιο βαθιά, αποτελούσε ένδειξη κοινοτικής αλληλεγγύης. Όλοι χόρευαν από έναν χορό (δωρίζοντας ο καθένας τι μπορούσε), με αποτέλεσμα να πληρώνεται η μουσική κομπανία συλλογικά, αλλά και να έχουν τη δυνατότητα να χορέψουν όλοι. Ο γονιός, που έκανε γάμο, δεν πλήρωνε την κομπανία με ένα προκαθορισμένο ποσό. Τα γλέντια και οι γάμοι στην ευρύτερη γεωγραφική ζώνη του βιλαετίου των Μπιτολίων φημίζονταν για τη σειρά, τις αράδες όπως λέγανε οι παλιότεροι. Βέβαια αρκετές φορές στα πανηγύρια δεν έλειπαν και οι φασαρίες, οι καβγάδες, για διάφορους λόγους και αιτίες.

Τα χρηματικά ποσά που μάζευαν τα όργανα, πολλές φορές ήταν «μυθικά». Δεν είναι τυχαίο που μια τόσο μικρή γεωγραφική ζώνη συντηρούσε οικονομικά τόσες μουσικές κομπανίες. Ενδεικτικά αναφέρω μια προσωπική μαρτυρία στα Νάματα: Τρεις “αρχηγοί” μουσικών κομπανιών δημοπρατούσαν πλειοψηφικά για το ποιός θα δώσει τα περισσότερα χρήματα στον καταστηματάρχη, για να παίξουν στο πανηγύρι του Δεκαπενταύγουστου. Επίσης, η διαδικασία δημοπρασίας του καταστήματος του Συλλόγου ξεκινούσε με διαφορετικό χρηματικό ποσό, ανάλογα με το ποιος θα εισέπραττε τα χρήματα από την ορχήστρα (ο Σύλλογος ή ο καταστηματάρχης).

Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Άλλαξε εντελώς ο τρόπος ζωής, αφού οι ανάγκες των ανθρώπων είναι διαφορετικές. Η τεχνολογική εξέλιξη τρέχει με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Έχει αλλάξει και ο τρόπος μουσικής έκφρασης. Αυτό είναι και το απόλυτα φυσιολογικό. Έχουμε όλοι στο μυαλό μας τα παλαιότερα γλέντια, χωρίς μικροφωνικές εγκαταστάσεις, χωρίς τραγουδιστές κ.λπ. Για κάποιους αυτό φαντάζει «μη παραδοσιακό»… Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι άλλοι είναι οι κάτοικοι της περιοχής το 1980, με άλλες συνθήκες διαβίωσης και άλλες καταβολές κι άλλοι σήμερα με εντελώς διαφορετικό υπόβαθρο.

Παρ’ όλα αυτά μέχρι τις μέρες μας διατηρούνται πολλά στοιχεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, με κορυφαίο κατά τη γνώμη μου, αυτό του Τρανού Χορού. Επίσης, μέχρι  τις μέρες μας γίνονται τα «Μουμπουσάρια» της μέρες της Πρωτοχρονιάς, τα «Αργκουτσάρια» στην Κλεισούρα και το «Έθιμο των καβαλάρηδων» στη Σιάτιστα.

Για όποιον/-α ενδιαφέρεται για την μουσική έκφραση στον ευρύτερο δυτικομακεδονικό χώρο θα πρότεινα να μελετήσει τη διπλωματική εργασία του Εμμανουήλ Χατζημανώλη, «Τα χάλκινα πνευστά στις λαικές κομπανίες της Δυτικής Μακεδονίας» (Θεσσαλονίκη, 1995) καθώς και την έκδοση του cd που επιμελήθηκε ο Κώστας Τσώνης με τίτλο  «Γλέντια - Χαβάδες - Χοροί & Τραγούδια της  Ανασελίτσας»(2009).

Χωρίς υπερβολή πουθενά αλλού στον ελλαδικό χώρο δεν συναντάται τέτοια πληθώρα μουσικών οικογενειών σε τόση μικρή γεωγραφική έκταση. Είναι οι άνθρωποι που επί χρόνια συνόδευσαν τις τοπικές κοινωνίες σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς τους.

Για να μελετήσει κανείς τον μουσικό αυτό πλούτο δε γίνεται να μην αφιερώσει ικανό χρόνο ακούγοντας τους καλλιτέχνες της εποχής:

Στη Σιάτιστα τις μουσικές οικογένειες Γκαντίνη, Μπάκα ,Κασσιάρα, Τζούτζου και Γκαγκασούλη με την περιβόητη ορχήστρα «Σκύλα».

Στην Εράτυρα τις μουσικές οικογένειες Τσιοτίκα, Βατιάνη, Βρέττα και τον ξακουστό Παναγιώτη Ντούντα.

Στη Βλάστη τις οικογένειες Μπούκου, Καρανταλή, Ζιούπου και Τούμπαρη

Στο Εμπόριο τους Γιουμπουραίους, τους Βαλκάνηδες και τους Δεμερτζήδες

Στο Μηλοχώρι τις οικογένειες Τούνη, Μπεσπάρα και Ιωάννου

Και στην Κλεισούρα τις οικογένειες Κάλλα, Κασσάρα, Γκαμάτσια, Ζιάννα, Τσιάκα και Βούκα.

Στη Γαλατινή δεν συναντούμε κάποια τοπική μουσική εκπροσώπηση που κάλυπτε τις ανάγκες των κατοίκων ενώ, στον Γέρμα, στα Νάματα, στο Σισάνι και το Βαρικό δεν υπήρχαν μουσικές οικογένειες αλλά στη πορεία δημιουργήθηκαν μικρά τοπικά σχήματα.

 

Θα κλείσω την εισήγηση αυτή με μια ίσως στερεότυπη έκφραση που συχνά ακούμε, αλλά οι περισσότεροι δεν εφαρμόζουμε στη ζωή μας.  Η γνώση της τοπικής ιστορίας είναι μια υπόθεση που αφορά όλους και όλες μας. Η ωραιοποίηση και καμιά φορά η εμμονική προσήλωση του παλιού τρόπου παιξίματος, του πεπερασμένου τρόπου κοινωνικής ζωής, του παρελθόντος εν γένει, όχι μόνο δεν μας βοηθά στην αντικειμενική μελέτη και διεξαγωγή ωφέλιμων συμπερασμάτων για τη μουσική του τότε, αλλά αντιθέτως λειτουργεί συνήθως αποτρεπτικά για τους νεότερους και τους απωθεί από τη γνώση και την ενασχόληση με το ιστορικό παρελθόν τους.

Η καταγραφή υπάρχει στη συλλογή
ΓΡΑΜΜΟΥΣΤΙΑΝΙΩΤΙΣΣΑ
Χρονολογία Έκδοσης:
Αριθμός Τραγουδιών:15
Τύπος Συλλογής:Τεκμήριο Δισκογραφίας

Δράση του Συλλόγου Βλάχων Βέροιας για την Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά που υλοποιείται με την παροχή αιγίδας και οικονομικής επιχορήγησης του Υπουργείου Πολιτισμού.

Επικοινωνία

Βερόης και Εβραίων Μαρτύρων 1, Βέροια, 59131

2331 064315

info@vlahoi-archive.gr

vlahoi-archive.gr

«Η δράση υλοποιείται με την παροχή αιγίδας και οικονομικής επιχορήγησης του Υπουργείου Πολιτισμού»